Τροποποίηση Καταστατικού.

Όπως είναι ήδη γνωστό στα μέλη, η λειτουργία του Συνδέσμου μας βασίζεται στο Καταστατικό του 1960, το οποίο τροποποιήθηκε το 1972.
Το Δ.Σ. έκρινε πως υπάρχει ανάγκη για πρακτικούς, αντικειμενικούς και ουσιαστικούς λόγους το πιο πάνω Καταστατικό να τροποποιηθεί ώστε να εκσυγχρονιστεί.
Για το λόγο αυτό πρότεινε στην Γενική Συνέλευση των μελών, της 27ης Ιανουαρίου 2019, η οποία και αποφάσισε, την σύσταση συμβουλευτικής στα πλαίσια του Δ.Σ. επιτροπής, για τη σύνταξη τροποποιητικού προ-σχεδίου του Καταστατικού.
Αφού η επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της, παρέδωσε το προ-σχέδιο στο Δ.Σ.
Το Δ.Σ. μετά από πολλές συνεδριάσεις του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ομοφωνία για την συντριπτική πλειοψηφία των άρθρων ωστόσο υπάρχουν ελάχιστα, αλλά κρίσιμα σημεία, στα οποία υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.
Την τελική και οριστική απόφαση, σύμφωνα με το ισχύον Καταστατικό, θα την πάρει η επόμενη Γενική Συνέλευση των μελών.
Προκειμένου τα μέλη του Συνδέσμου να ενημερωθούν έγκαιρα, ώστε να σχηματίσουν γνώμη πριν την σχετική ψηφοφορία, το Δ.Σ. θα αναρτήσει στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου ένα σχέδιο της τροποποίησης του Καταστατικού καθώς και όλες τις διαφορετικές απόψεις που μπορεί να υπάρχουν σε κάθε άρθρο και θα κατατεθούν έγκαιρα, έγγραφα και επώνυμα στο Δ.Σ.

Επίσης στη διάθεση των μελών θα είναι και η ανάρτηση της σχετικής νομοθεσίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορά στις συνδικαλιστικές και στις συνταξιουχικές οργανώσεις.

Για πληροφορίες:  Περί του Συνδέσμου…>ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ

Νομοθεσία που αφορά στις ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΙΚΕΣ οργανώσεις

Άρθρο 10       ΝΟΜΟΣ 1264/1982                         Εκλογές

§ 1
α) Οι εργαζόμενοι, μέλη των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκλέγουν τα διοικητικά συμβούλια και τις ελεγκτικές επιτροπές και αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και εκλέγονται επίσης εφόσον έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους.

β) Τα μέλη των πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις δικαιούνται να ψηφίσουν αντιπροσώπους, μόνο για μία Ομοσπονδία και ένα Εργατικό Κέντρο. Αν ανήκουν σε δύο οργανώσεις επιλέγουν τη μια απ΄ αυτές, για ν΄ ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό, με δήλωση τους προς τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής των εκλογών. Η δήλωση αυτή δεσμεύει τον εργαζόμενο για όλο το χρόνο της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισε και της θητείας των οργάνων που ψήφισαν οι αντιπρόσωποι της οργάνωσης του.

§ 2
α) Κάθε πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση συμμετέχει με τους αντιπροσώπους της στην εκλογή των οργάνων της διοίκησης της Ομοσπονδίας και του Εργατικού Κέντρου, που ανήκει, και εφόσον έχει εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους.

β) Οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις αντιπροσωπεύονται στην τριτοβάθμια δια μέσου μιας μόνο δευτεροβάθμιας οργάνωσης.
Η Γενική Συνέλευση των μελών κάθε πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης αποφασίζει αν η αντιπροσώπευση της στην τριτοβάθμια θα γίνει δια μέσου του Εργατικού Κέντρου ή δια μέσου της Ομοσπονδίας, που τυχόν ανήκει.
Για την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αρκεί η σχετική πλειοψηφία των παρόντων μελών και η σχετική μυστική ψηφοφορία γίνεται στην ίδια συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και αμέσως μετά την εκλογή της εφορευτικής επιτροπής, για την εκλογή αντιπρόσωπων.
Την απόφαση αυτή και πίνακα των αντιπροσώπων ανακοινώνει με έγγραφο του ο Πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής και στις δυο δευτεροβάθμιες οργανώσεις, που τυχόν μετέχει η οργάνωση, καθώς επίσης στην αντίστοιχη τριτοβάθμια. Ταυτόχρονα στις ίδιες υπερκείμενες οργανώσεις αποστέλλει ο δικαστικός αντιπρόσωπος αντίγραφο του μητρώου, που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 4361/1964, με τα πρόσθετα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παρ. 1 εδάφ. Α΄ του παρόντος νόμου.
Η παραπάνω δέσμευση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ισχύει για όλο το χρόνο της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισαν οι αντιπρόσωποι της στη δευτεροβάθμια οργάνωση που επέλεξε.

§ 3
Κάθε δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εκλέγει αντιπροσώπους μόνο για μία τριτοβάθμια.

§ 4
Οι αντιπρόσωποι στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις έχουν δικαίωμα να εκλέγουν σε όλα τα όργανα διοίκησης, όπως επίσης και στα όργανα που υποκαθιστούν τις συνελεύσεις των οργανώσεων αυτών.

Άρθρο 11      ΝΟΜΟΣ 1264/1982                     Διεξαγωγή εκλογών

§ 1
Οι εκλογές για τα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων διεξάγονται από εφορευτική επιτροπή, που ο αριθμός των μελών της και η διαδικασία εκλογής τους ορίζεται από το καταστατικό και προεδρεύεται από τον δικαστικό αντιπρόσωπο. Σε όλη τη διάρκεια της διεξαγωγής των εκλογών μέχρι και την ανακήρυξη των επιτυχόντων μπορεί να παραβρίσκεται ανά ένας αντιπρόσωπος κάθε συνδυασμού.

§ 2
Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 6 του Ν.Δ.4361/1964 εφαρμόζονται και για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του νόμου αυτού.

§ 3
Δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται δικηγόρος με επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών, εφόσον πρόκειται για δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται με αίτηση της οργάνωσης από τον Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της.
Σημ.: Όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 52 παρ.1 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016)

§ 4
Εφόσον πρόκειται για σωματεία που έχουν την έδρα τους εντός της Περιφέρειας του Δικηγορικού Συλλόγου, δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται δικηγόρος του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τα εδάφια β` και γ` της παραγράφου 3 εφαρμόζονται ανάλογα.
Σημ.: Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 52 παρ.1 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016)

§ 5
Δικαστικός αντιπρόσωπος στα άλλα σωματεία είναι ο Ειρηνοδίκης της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα του σωματείου, στον οποίο κατατίθεται και η σχετική αίτηση.
Σημ.: Όπως η παρ.5καταργήθηκεμε το άρθρο 52 παρ.1 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016)

§ 6
Δεν απαιτείται η παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου σε εκλογές σωματείων που έχουν την έδρα τους εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου και ο αριθμός των μελών τους δεν υπερβαίνει τους (50) πενήντα.

Άρθρο 12        ΝΟΜΟΣ 1264/1982                         Σύστημα εκλογών

§ 1
Η εκλογή των οργάνων της συνδικαλιστικής οργάνωσης γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής.

§ 2
Οι έδρες του διοικητικού συμβουλίου, της ελεγκτικής επιτροπής και ο αριθμός των αντιπροσώπων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών και των χωριστών υποψηφίων ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των εδρών του διοικητικού συμβουλίου ή της ελεγκτικής επιτροπής, ή με τον αριθμό των αντιπροσώπων που εκλέγονται.
Το πηλίκον αυτής της διαίρεσης, παραλειπομένου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες στο διοικητικό συμβούλιο ή την ελεγκτική επιτροπή και εκλέγει τόσους αντιπροσώπους όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε.

§ 3
Χωριστός υποψήφιος που έλαβε το ίδιο η μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από το εκλογικό μέτρο καταλαμβάνει μία έδρα στο όργανο για το οποίο είχε υποψηφιότητα ή εκλέγεται αντιπρόσωπος εφόσον ήταν υποψήφιος για τη θέση αυτή.

§ 4
Συνδυασμός που περιλαμβάνει υποψήφιους λιγότερους από τις έδρες που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο έδρες ή εκλέγει τόσους μόνο αντιπροσώπους, όσοι είναι και οι υποψήφιοι του.

§ 5
Οι έδρες που μένουν αδιάθετες και οι αριθμοί των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατανέμονται από μία στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν καταλάβει τουλάχιστον μία έδρα ή έχουν εκλέξει έναν αντιπρόσωπο και οι οποίοι συγκεντρώνουν υπόλοιπο ψηφοδελτίων μεγαλύτερο από το 1/3 του εκλογικού μέτρου και που πλησιάζουν περισσότερο το εκλογικό μέτρο.

§ 6
Οι έδρες που μένουν αδιάθετες ή ο αριθμός των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται και μετά την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών που έχουν το μεγαλύτερο υπόλοιπο ψηφοδελτίων από μία έδρα ή από έναν αντιπρόσωπο. Σε περίπτωση ισοδυναμίας γίνεται κλήρωση.

Άρθρο 13     ΝΟΜΟΣ 1264/1982       Ψηφοφορία – Πρακτικά διαλογής

§ 1
Η ψηφοφορία γίνεται πάντοτε με την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου δημόσιου εγγράφου και του εκλογικού συνδικαλιστικού βιβλιαρίου. Στο βιβλιάριο σημειώνεται από το δικαστικό αντιπρόσωπο ή χρονολογία άσκησης του εκλογικού δικαιώματος του μέλους, ή διάρκεια της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισε, καθώς και η διάρκεια της θητείας των οργάνων που θα ψηφίσουν οι αντιπρόσωποι του. Το γνήσιο των εγγράφων αυτών βεβαιώνει ο δικαστικός αντιπρόσωπος με την υπογραφή του και τη σφραγίδα της οργάνωσης.

§ 2
Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 11 τα πρακτικά διαλογής ψηφοδελτίων και ανακηρύξεως των επιτυχόντων, καθώς και το πρωτόκολλο της ψηφοφορίας ως και απόσπασμα πρακτικών για την κατά το άρθρο 10 παρ. 2β απόφαση της Γενικής Συνέλευσης παραδίνονται την επόμενη μέρα μετά το τέλος της εκλογής από το δικαστικό αντιπρόσωπο στο γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου και φυλάσσονται στο φάκελο της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Άρθρο 13α ΝΟΜΟΣ 1264/1982

Εφαρμογή συστήματος απλής αναλογικής στις οργανώσεις των συνταξιούχων

Οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12 και 13 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως στις οργανώσεις των συνταξιούχων.
Σημ.: Όπως το άρθρο 13α προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν.4331/2015 (ΦΕΚ Α΄ 69/02.07.2015)

Επιστολή – Προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων & Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ
Αθήνα, 23/10/ 2019
Αρ. πρωτ: 164

Προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων
1. Υπουργό κ. Ιωάννη Βρούτση
2. Υφυπουργό κ. Νότη Μηταράκη
Σταδίου 29 Αθήνα
3. Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων Πρόεδρο κ. Ηλία Μπάρδα
Λυκούργου 12, Αθήνα

Θέμα: Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας και εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων.

Κύριε Υπουργέ,
Κύριε Υφυπουργέ,

Μετά τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας που έκρινε αντισυνταγματικές ορισμένες από τις βασικές διατάξεις του ασφαλιστικού νόμου 4387/2016 και εν όψει κατάρτισης ή κατάθεσης στη Βουλή νέου σχεδίου ασφαλιστικού νόμου, παρακαλούμε να συμπεριλάβετε στις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις και τα παρακάτω αιτήματα των ενδιαφερομένων πολιτικών συνταξιούχων και της Ομοσπονδίας μας, τα οποία έχουν ως εξής:

  1. Να τροποποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 9 του Ν.3620/2007, (ΦΕΚ 276/11-12-2007) που προβλέπουν την απονομή σύνταξης λόγω θανάτου στους επιζώντες συζύγους που λαμβάνουν σύνταξη από δικό τους δικαίωμα, σε ποσοστό από 25% σε 70% της σύνταξης του αποβιώσαντα, αφού εντάσσονται όλοι στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα για λόγους νομικής ισότητας. Με το σκεπτικό ότι όλοι αντιμετωπίζουν τους ίδιους ασφαλιστικούς κινδύνους, όπως γήρας, ασθένειες και θάνατο, αφού η κατηγορία αυτή (λειτουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ) δεν εντάσσεται πλέον στις συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δημοσίου, που δεν επιτρέπουν την καταβολή διπλής σύνταξης (άρθρο 58 του Π.Δ. 169/2007, Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων), ενώ αυτό ισχύει για τους εργαζόμενους και ασφαλισμένους στον ιδιωτικό τομέα.
  2. Με τις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν.4387/2016 καθορίστηκε ως όριο ηλικίας, η συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου των μετόχων για την απονομή μερίσματος στον επιζώντα σύζυγο και δεν καταργήθηκε αυτή η προϋπόθεση με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.4611/2019.

Να αναμορφωθεί η σχετική διάταξη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για την κύρια σύνταξη λόγω θανάτου.

  1. Με δικαστικές αποφάσεις (αποφ.9314/2019 Διοικητ. Πρωτ. Αθηνών) δικαιώθηκαν πολιτικοί συνταξιούχοι μερισματούχοι του ΜΤΠΥ την επιστροφή του μερίσματος που συνυπολογίστηκε ως σύνταξη για τις περικοπές των κύριων συντάξεων με το Ν.4093/2012. Οι αποφάσεις αυτές, εκτιμούμε ότι πρέπει να εφαρμοστούν για όλους τους μερισματούχους με νομοθετική ρύθμιση.

Με βάση το σκεπτικό των δικαστικών αποφάσεων του Σ.τ.Ε και άλλων Δικαστηρίων, εφόσον τελικά ανήκουμε όλοι στον ίδιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, πρέπει σ’ ένα ευνομούμενο κράτος να διασφαλίζονται η ισότητα των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα αν έχουν προσφύγει ή μη στη Δικαιοσύνη.

Έχουμε τη βεβαιότητα ότι θα ικανοποιήσετε τα δίκαια αιτήματά μας και θα αποκαταστήσετε τις αδικίες που συντελέστηκαν από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4387/2016.

Σας ευχαριστούμε
Με τιμή

Ο Πρόεδρος                                Χρ. Μπουρδούκης
Ο Γεν. Γραμματέας                 Ερμ. Λινάρδος